top of page

Αναιμία από έλλειψη σιδήρου (Σιδηροπενική αναιμία)

  • Εικόνα συγγραφέα: Dr. Ιωάννης Κ. Τριανταφυλλίδης
    Dr. Ιωάννης Κ. Τριανταφυλλίδης
  • πριν από 12 λεπτά
  • διαβάστηκε 2 λεπτά

Η αναιμία από έλλειψη σιδήρου είναι η πιο κοινή μορφή αναιμίας παγκοσμίως, και προκύπτει

όταν τα αποθέματα σιδήρου καθίστανται ανεπαρκή για να υποστηρίξουν την φυσιολογική

παραγωγή ερυθρών αιμοσφαιρίων. Η έγκαιρη αναγνώριση και θεραπεία της αναιμίας από

έλλειψη σιδήρου είναι απαραίτητη επειδή η πάθηση προκαλεί σημαντική νοσηρότητα, επηρεάζει

την ποιότητα ζωής και έχει συνδεθεί με δυσμενείς μακροπρόθεσμες επιπτώσεις όταν

αντιμετωπίζεται ανεπαρκώς. Η φερριτίνη είναι ο κύριος δείκτης για την ανίχνευση της έλλειψης

σιδήρου, επειδή αντανακλά στα αποθέματα σιδήρου του σώματος.

 

Αντίθετα, ο προσδιορισμός στο αίμα του κορεσμού της τρανσφερίνης, και του διαλυτού

υποδοχέα της τρανσφερίνης είναι συμπληρωματικές εξετάσεις που χρησιμοποιούνται κυρίως για

την επαλήθευση της έλλειψης σιδήρου όταν συνυπάρχει φλεγμονώδης διεργασία επειδή στις

περιπτώσεις παρουσίας φλεγμονής η φερριτίνη είναι ψευδώς αυξημένη. Ο προσδιορισμός της

φερριτίνης στο αίμα επιτρέπει την διάγνωση και την έγκαιρη παρέμβαση. Σε ηλικιωμένους

ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο, ή καρδιακή ανεπάρκεια η φερριτίνη ορού είναι αυξημένη

ακόμη και όταν τα αποθέματα σιδήρου στο σώμα είναι χαμηλά. Τιμές φερριτίνης μικρότερες από

45-50 μg/L υποδηλώνουν πραγματική ανεπάρκεια σιδήρου.

 

Τα τυπικά όρια των 30 μg/L είναι πολύ περιοριστικά και μπορούν να παραβλέψουν πολλούς

ηλικιωμένους ασθενείς με πραγματική έλλειψη σιδήρου. Η χρήση υψηλότερων ορίων φερριτίνης

διασφαλίζει ότι οι κλινικοί γιατροί διαγινώσκουν και θεραπεύουν την ανεπάρκεια σιδήρου έγκαιρα

αποτρέποντας περιττές μεταγγίσεις, την κόπωση και την επιδείνωση της καρδιακής ή νεφρικής

νόσου. Πρόσφατη μελέτη έδειξε ότι τα άτομα με αναιμία από έλλειψη σιδήρου παρουσίασαν

υψηλότερη θνησιμότητα από οποιαδήποτε αιτία, συμπεριλαμβανομένων θανάτων από

καρδιαγγειακές και αναπνευστικές παθήσεις και καρκίνο. Η μελέτη διαπίστωσε ακόμη ότι και η

ανεπάρκεια σιδήρου χωρίς αναιμία προκάλεσε αυξημένο κίνδυνο. Η γωνιακή στοματίτιδα

(γωνιακή χειλίτιδα) εμφανίζεται ως επιπλοκή της σιδηροπενικής αναιμίας.

 

Η δυσανεξία στο κρύο δεν είναι τυπικό χαρακτηριστικό της σιδηροπενικής αναιμίας. Η

σιδηροπενική αναιμία συνήθως προκαλεί κόπωση, κνησμό, σύνδρομο “ανησύχων ποδών” και

δυσανεξία στην άσκηση. Αντίθετα, η δυσανεξία στο κρύο αποτελεί κλασικό σύμπτωμα

ενδοκρινικών διαταραχών όπως είναι ο υποθυρεοειδισμός. Η σιδηροπενική αναιμία επιδεινώνει

σημαντικά τα αποτελέσματα σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια μειώνοντας την ικανότητα

μεταφοράς οξυγόνου και επιδεινώνοντας την καρδιακή ανεπάρκεια.

Δεν υπάρχει αιτιώδης σχέση μεταξύ σιδηροπενικής αναιμίας και διαβήτη τύπου 2. Η

σιδηροπενική αναιμία συνήθως συνυπάρχει σε άτομα με προϋπάρχοντα διαβήτη τύπου 2

(συχνότητα 13%-47%) λόγω νεφρικής δυσλειτουργίας ή φαρμάκων.

 

Παρόλο που η από του στόματος θεραπεία με σίδηρο χρησιμοποιείται ευρέως στην

σιδηροπενική αναιμία, οι ανεπιθύμητες ενέργειες από το πεπτικό είναι συχνές. Πρόσφατα

στοιχεία υποδηλώνουν ότι η χορήγηση σιδήρου από το στόμα κάθε δεύτερη ημέρα αντί για κάθε

ημέρα ενισχύει την απορρόφηση σιδήρου και μειώνει τις ανεπιθύμητες ενέργειες.

Η λήψη σιδήρου με φαρμακευτικά προϊόντα, όπως αντιόξινα ή συμπληρώματα ασβεστίου,

μπορεί να επηρεάσει την απορρόφηση. Η χορήγηση υψηλών δόσεων ημερησίως σε διαιρεμένες

δόσεις αυξάνει τις ανεπιθύμητες ενέργειες χωρίς σαφές όφελος απορρόφησης.

Σχόλια


bottom of page