ΨΕΥΔΟΜΕΜΒΡΑΝΩΔΗΣ ΚΟΛΙΤΙΔΑ (2).JPG

ΜΕΝΟΥ ΠΑΘΗΣΕΩΝ

ΨΕΥΔΟΜΕΜΒΡΑΝΩΔΗΣ ΚΟΛΙΤΙΔΑ

Ψευδομεμβρανώδης Κολίτιδα
Η ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα είναι μία οξεία φλεγμονή του παχέος εντέρου και μπορεί να προκαλέσει από ήπια έως σοβαρά συμπτώματα.
Τις περισσότερες φορές οφείλεται στην λήψη κάποιας αντιβιοτικής αγωγής, η οποία διαταράσσει το ισοζύγιο των βακτηριδίων που βρίσκονται φυσιολογικά στο έντερο.
Ορισμένα αντιβιοτικά όπως η πενικιλίνη, η κλινδαμυκίνη, η τετρακυκλίνη, οι κεφαλοσπορίνες και οι φθοροκινολόνες, καταστρέφουν τα ωφέλιμα βακτήρια του εντέρου με αποτέλεσμα να υπεραναπτύσσονται κάποια άλλα βλαβερά βακτήρια και να προκαλούν διαταραχές στο πεπτικό σύστημα.

Το βακτήριο που προκαλεί την ψευδομεμβρανώδη κολίτιδα είναι το Clostridium difficile. Παρότι αποτελεί μέρος της φυσιολογικής εντερικής χλωρίδας σε πολλούς ανθρώπους, εντούτοις το Clostridium difficile όταν πολλαπλασιαστεί σε μεγάλο αριθμό, απελευθερώνει τοξίνες που προσβάλλουν  τα επιθηλιακά κύτταρα του εντέρου, προκαλώντας φλεγμονή, έκκριση υγρού, βλέννης και βλάβη του εντερικού βλεννογόνου.

Ποιά είναι τα συμπτώματα της ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας ;
Πολλοί άνθρωποι όταν λαμβάνουν αντιβιοτική αγωγή, παρατηρούν μετά από 5 έως 10 ημέρες από την έναρξη της θεραπείας τους, συμπτώματα όπως:
  • πόνο και ευαισθησία στην κοιλιά
  • διάρροιες με κοιλιακό πόνο (έως 3 την ημέρα), που μπορεί να περιέχουν βλέννη ή και αίμα
  • ναυτία
  • απώλεια όρεξης
  • αδιαθεσία
  • πυρετό
Αρκετές φορές τα συμπτώματα μπορεί να εμφανιστούν και μετά την λήξη της αντιβιοτικής θεραπείας. 
Ακόμη και μετά από μέρες ή και εβδομάδες.
Επιπλέον τα συμπτώματα μπορεί να μην είναι ήπια ή μέτρια, αλλά να λάβουν σοβαρή μορφή με 10 έως 15 διάρροιες ημερησίως, έντονο κοιλιακό πόνο, πυρετό και άλλα συμπτώματα υποδηλώνοντας επιπλοκή της νόσου, όπως το Τοξικό Μεγάκολο και τη διάτρηση του εντέρου που αποτελούν οξεία χειρουργικά περιστατικά.
Ποιοί κινδυνεύουν περισσότερο να πάθουν ψευδομεμβρανώδη κολίτιδα ;
Νεότερες μελέτες έχουν δείξει ότι τα άτομα μεγαλύτερα των 65 ετών, έχουν 10 φορές αυξημένο κίνδυνο λοίμωξης από 
Clostridium difficile και κατ’ επέκταση εμφάνιση ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας.
Δυνητικά όλοι οι ασθενείς που λαμβάνουν αντιβιοτική αγωγή, διατρέχουν κίνδυνο εμφάνισης της νόσου. Ωστόσο ανοσοκατεσταλμένοι ασθενείς, νεφροπαθείς, ασθενείς που πάσχουν από κάποια ιδιοπαθή φλεγμονώδη νόσο του εντέρου (νόσος του Crohn, ελκώδη κολίτιδα) και υπερήλικες, διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο.
Πώς γίνεται η διάγνωση της ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας ;
Ο γαστρεντερολόγος θα λάβει το ιατρικό ιστορικό του ασθενούς και θα τον εξετάσει λεπτομερώς. Θα συστήσει αιματολογικό έλεγχο και καλλιέργεια κοπράνων προς ανίχνευση του Clostridium difficile.
Σε σοβαρότερες καταστάσεις θα συστηθεί ενδοσκοπικός έλεγχος με σιγμοειδοσκόπηση για την διερεύνηση του ορθοκολικού βλεννογόνου.
Ποιά είναι η θεραπεία της ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας ;
Ο Γαστρεντερολόγος θα διακόψει την αντιβιοτική αγωγή του ασθενούς και ανάλογα με το αποτέλεσμα της καλλιέργειας κοπράνων, θα χορηγήσει άλλου τύπου αντιβιοτική αγωγή. 
Επίσης θα αντιμετωπίσει τις ηλεκτρολυτικές διαταραχές του ασθενούς με κατάλληλη αγωγή και οδηγίες ενυδάτωσης.
Επικουρικά θα συνταγογραφήσει στον ασθενή αγωγή με προβιοτικά.